σάλιαγκας

και σάλιακας και σάλιαγκος, ο, Ν
1. το σαλιγκάρι
2. είδος φυτού
3. παροιμ. «σάλιαγκα σπίτι καίγεται κι εκείνος τραγουδάει» — λέγεται για εκείνους που αδυνατούν να αντιληφθούν το μέγεθος τής συμφοράς που έχουν πάθει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει προέλθει από το επίθ. σιαλικός (< σίαλον «σάλιο»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάλιαγκας — σάλιαγκας, ο και σάλιαγκος, ο οστρακόδερμο μαλάκιο, κοχλίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Nikolas Asimos — Nikolaos Asimopoulos Born August 20, 1949(1949 08 20) Died March 17, 1988(1988 03 17) (aged 38) Nationality Greek Other names Nikos Asimos …   Wikipedia

  • σαλιαγκοκαύκι — το, Ν το όστρακο τού σαλιγκαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάλιαγκας + καυκί «όστρακο, καβούκι»] …   Dictionary of Greek

  • σαλιγκάρι — και σαλιγγάρι, το, Ν κοινή ονομασία τών γαστερόποδων μαλακίων και ειδικότερα όσων φέρουν σπειροειδές κέλυφος, ονομασία που, συνήθως, αναφέρεται, στα χερσαία πνευμονοφόρα γαστερόποδα, γνωστότερα από τα οποία είναι τα εδώδιμα και μεγάλης… …   Dictionary of Greek

  • σαλιγκάρι — σαλιγκάρι, το και σαλίγκαρος, ο κοχλίας, σάλιαγκας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.